Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2022
16
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2011


Συμβούλια Ένταξης Μεταναστών
Ο Δήμος Κορυδαλλού ανοίγει δρόμους
Των Κ.Τριπερίνα και Ν.Χριστάκου

Σχολεία Πρότυπα, Πειραματικά και άλλα
Οι άριστοι ζουν ανάμεσά μας!
Της Σίσσυς Ανδριτσοπούλου

Το παιχνίδι των δικαιωμάτων
Ο μικρός Σαφάρ και η Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Παιδιού
Της Σοφίας Πράπα

Η εποχή των τεράτων
Με αφορμή την ομιλία του Σλάβοι Ζίζεκ
Της Συντακτικής ομάδας

Unseen tours
Το Λονδίνο των αστέγων
Της Λιλίκας Τρικαλινού

Μηχανισμοί διάσωσης
Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου
Του Βαλκάνιου

Editorial
Οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας δείχνουν το δρόμο

Ατζέντα
Προκηρύξεις, πρωτοβουλίες, συνέδρια, ημερίδες

Σχολιαστής
Περπατώντας στην οδό Στουρνάρη του χτες και του σήμερα

Καυτή Πατάτα
Διοικητικές αλλαγές στα Πανεπιστήμια

Αντιλογίες
Εθελοντισμός κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης

Πήγα-Είδα-Διάβασα
Ο μήνας που έφυγε. Τα καλά πρέπει να μοιράζονται

PDF Εκτύπωση E-mail
Η πρόσφατη αναγγελία της «επανίδρυσης» των Πειραματικών Σχολείων από το Υπουργείο Παιδείας χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από ποικίλους θιασώτες της-επιτρέψτε μου τον νεολογισμό- ελίτ-που-είναι-χρήσιμη-για-τον-τόπο. Αυτό που βρίσκεται όμως ανάμεσα στις γραμμές συνήθως αποκαλύπτει περισσότερα.

από τη Σίσσυ Ανδριτσοπούλου

Αναβίωση, επανίδρυση και το τέλος της ιστορίας

Το θετικό κλίμα και τα επαινετικά σχόλια αφορούν κυρίως «την προώθηση της αριστείας», την οποία το Υπουργείο Παιδείας εμφανίζει ως αναγκαιότητα στις παρούσες συνθήκες και ταυτόχρονα, ως επιστροφή -«αναβίωση» αυτολεξεί- σ’ένα παρελθόν που, πάντα σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, αδίκως χάθηκε. Χάρη λοιπόν στην πρωτοβουλία του Υπουργείου μπορούμε να το ξαναβρούμε και μάλιστα εξαγνισμένο από τις όποιες αρνητικές πλευρές του.

Πρόκειται για μια άποψη που φαίνεται να κερδίζει έδαφος στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, μάλλον γιατί προσφέρει την απαραίτητη παραμυθία: τα παλιά τα χρόνια υπήρχαν «τα ιστορικά πρότυπα σχολεία» που «παρείχαν ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας με όρους αμιγώς αξιοκρατικούς», έβγαζαν ανθρώπους στην καθομιλούμενη, δηλαδή «πλειάδα σημαντικών προσωπικοτήτων» στη γλώσσα του Υπουργείου, που πρόσφεραν στον τόπο. Στο σκεπτικό του Υπουργείου, όπως αποτυπώνεται στο κείμενο της δημόσιας διαβούλευσης απ’όπου και τα αποσπάσματα που χρησιμοποιώ, αφήνεται να εννοηθεί ότι η κατάργηση των «ιστορικών πρότυπων σχολείων» και η μετατροπή τους σε πειραματικά (με νόμο του 1985) στέρησε τη χώρα από τις «σημαντικές υπηρεσίες» που προσέφεραν, ενώ από την άλλη πλευρά ο «μηχανισμός διάκρισης και αναπαραγωγής» που κατηγορήθηκαν ότι εξυπηρετούσαν αίρεται, πάντα σύμφωνα με τη διαπίστωση του Υπουργείου, επειδή «η μακρά ελληνική παράδοση θεωρεί, και έχει εν πολλοίς θεσμικά, κατοχυρώσει την ανοιχτή εκπαίδευση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα».

Μύθοι, θρύλοι και επιστροφή στο μέλλον

Την ώρα λοιπόν που το δημόσιο σχολείο καταρρέει υπό το βάρος του κοινωνικού προβλήματος (ναι, με την έννοια του 19ου αιώνα), το Υπουργείο μας διαβεβαιώνει ότι η χώρα έχει κατοχυρώσει τις ίσες ευκαιρίες (!) αλλά έχει έλλειψη αρίστων γιατί λείπουν τα σχολεία-«κυψέλες αριστείας». Είναι πιστεύω απόλυτα διαφανής η πρόθεση του Υπουργείου να ανταποκριθεί στη βαθειά ριζωμένη στην ελληνική κουλτούρα πεποίθηση ότι οι άξιοι προχωρούν χάρη στην παιδεία, πρόσβαση στην οποία εξασφαλίζει το κράτος. Είναι προφανές επίσης ότι η προώθηση του συνδυασμού πρότυπου και πειραματικού σχολείου σηματοδοτεί την ολική επαναφορά στο φιλελεύθερο-μεταρρυθμιστικό μοντέλο (Γ.Κοντογιαννοπούλου-Πολυδωρίδη, 995) μετά το σύντομο διάλειμμα της θεωρητικής (γιατί επί της ουσίας, ας το αφήσουμε) και μάλλον επιφανειακής επικράτησης του «κριτικού παραδείγματος»/ριζοσπαστικών εκπαιδευτικών αντιλήψεων. Σύμφωνα με το πρώτο, η υπέρβαση των ταξικών διαφορών επιτυγχάνεται με την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών σε όλα τα παιδιά, παρόλο που πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι δεν πρόκειται απαραιτήτως για χαρισματικά παιδιά αλλά για εκείνα που περισσότερο ανταποκρίνονται στη νοοτροπία του σχολείου. Το όλο σκεπτικό υπέρ της «αριστείας» βασίζεται στην προϋπόθεση του φυσικού χαρίσματος - ή, σύμφωνα με την άποψη που υπογράφει η Υπουργός στο εισαγωγικό της σημείωμα, στην αντίληψη ότι η αναβάθμιση των πειραματικών σχολείων θα δώσει σε όλα τα παιδιά «που έχουν δυνατότητες ακαδημαϊκής ανόδου» ίσες ευκαιρίες. Υποτίθεται βέβαια ότι έχουμε αντικειμενικό τρόπο να μετρήσουμε ποια παιδιά έχουν αυτές τις δυνατότητες και βέβαια θα έπρεπε πρώτα να προσδιορίσουμε τι σημαίνει ακαδημαϊκή άνοδος. Θα χαρούμε πολύ αν οι ειδικοί του Υπουργείου μας διαφωτίσουν πώς σκοπεύουν να λύσουν αυτά τα ζητήματα για τα οποία απ’όσο γνωρίζουμε η επιστήμη δεν φαίνεται να ομοφωνεί, για να μην πούμε ότι έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά.

Και για να μείνουμε στο χώρο της επιστήμης και ειδικά της κριτικής προς το φιλελεύθερο εκπαιδευτικό μοντέλο: αφού λοιπόν το κράτος εξασφαλίζει σε όλα τα παιδιά τη δυνατότητα να φοιτήσουν στα σχολεία των αρίστων, είτε μέσω της αρχικής κλήρωσης είτε μέσω των προβλεπόμενων εξετάσεων (άλλο φετίχ της ελληνικής κοινωνίας αυτό), αν κάποια παιδιά συνεχίσουν να αποτυγχάνουν, δεν φταίει το σύστημα αλλά τα ίδια. Έτσι, ο μεν μύθος του φυσικού χαρίσματος και της συναφούς αξιοκρατίας διατηρείται και αναπαράγεται, αλλά το ίδιο κάνουν και οι ανισότητες που σύμφωνα με αυτή τη θεωρητική προσέγγιση αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία όλου αυτού του φαύλου κύκλου. Ο Φάνης Καλαντζής στον Κόσμο του Επενδυτή (22-23/1/11) θέτει επί τάπητος τον κίνδυνο να δημιουργηθούν πλέον σχολεία τριών ταχυτήτων, τύπου Κολωνός-Χαλάνδρι-Πρότυπο, καθώς επίσης τον σπουδαιότερο κίνδυνο να δοθεί προτεραιότητα στους λίγους όταν υποφέρει το σχολείο των πολλών, άποψη με την οποία πολλοί/ες εκπαιδευτικοί που ζουν στις σχολικές τάξεις εύκολα θα συμφωνήσουν.

Ελίτ και ελίτ

Δημιουργώντας το δημόσιο σχολείο αυξημένου κύρους το Υπουργείο Παιδείας αναλαμβάνει προφανώς να δημιουργήσει όρους ανταγωνισμού προς τα ιδιωτικά σχολεία, όπου αδιαμφισβήτητα, σύμφωνα με τη λογική αυτή, παράγεται η ελίτ. Στο όνομα λοιπόν των ίσων ευκαιριών δημιουργείται ένας δημόσιος μηχανισμός παραγωγής μιας άλλης ελίτ που θα είναι εξ ορισμού για «όφελος του τόπου». Μπορεί πραγματικά το σύστημα που προωθεί το Υπουργείο να ανταγωνιστεί το κοινωνικό αποτέλεσμα των ιδιωτικών σχολείων; Η απάντηση έχει μικρή σημασία κατά τη γνώμη μου. Το κύριο είναι ότι μπαίνει μπροστά ο μηχανισμός. Και μάλλον θα παίζει σε άλλο γήπεδο, γιατί τα πρότυπα δημόσια σχολεία που ονειρεύεται το Υπουργείο θα συγκροτήσουν μάλλον το δικό τους πεδίο παραγωγής γοήτρου, που φοβάμαι ότι δεν πρόκειται να είναι άλλο από τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο, κρίνοντας τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα. Αν τώρα κάποιοι επιστήμονες επιμένουν να φωνάζουν ότι “η μαζική πρόσβαση στις διαφορετικές βαθμίδες εκπαίδευσης δεν αναιρεί τον επιλεκτικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, απλώς μεταθέτει τη βαθμίδα που κάθε φορά αναλαμβάνει τον επιλεκτικό ρόλο για την αναπαραγωγή και την ένταξη στην κοινωνική ιεράρχηση” (ο.π.), αφήστε τους να λένε. Who cares?

ΥΓ. Αν έχετε κουράγιο, δείτε την παρέμβαση του Συλλόγου Γονέων του 138ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας στη Δημόσια Διαβούλευση για το θέμα. Τα λέει όλα.