|
|
|
|
Η ζωή στην Ελλάδα του 1950-60 επενδύεται συχνά με νοσταλγία: εξηγήσιμο μεν το φαινόμενο τη σήμερον ημέρα, ας μην αποκρύβουμε όμως τη σκληρότητα της δυσκολίας. Η Βούλα Αναργύρου, δικηγόρος, τα κατάφερε χωρίς να χάσει την ψυχή της.
από τη Βούλα Αναργύρου Στην εποχή και στο μέρος που γεννήθηκα (μεταπολεμικά σε χωριό του νομού Κορινθίας), δεν ήταν σύνηθες να χαρίζουν στα παιδιά βιβλία, ούτε υπήρχαν δανειστικές ή μη βιβλιοθήκες, ούτε καν στην πόλη της Κορίνθου. Τα μόνα προσιτά βιβλία ήταν από τα μεγαλύτερα αδέλφια ή γείτονες, δηλ. τα εικονογραφημένα κλασσικά , αν θυμάμαι καλά της «ΑΓΚΥΡΑΣ», βασισμένα στα βιβλία κυρίως του Ιουλίου Βερν (Τα παιδιά του πλοιάρχου Γκράντ, Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες κλπ.). Άλλη πηγή ήταν το Κατηχητικό, πλην όμως τα βιβλία που μας έδινε ο ιερέας, θρησκευτικού περιεχομένου, δεν τα διάβασα, ούτε καν από περιέργεια. Ούτε στην εφηβική μου ηλικία υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης σε δημόσια βιβλιοθήκη, έπρεπε να πάω στη βιβλιοθήκη του Πειραιά, μετά την εγκατάστασή μας, από το έτος 1961 στο Νέο Φάληρο. Τα κενά αυτά προσπάθησα να τα συμπληρώσω από τα σχολικά βιβλία. Έτσι αγάπησα τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, του οποίου τα βιβλία διαβάζω μέχρι και σήμερα. Ξεχωρίζω από τα διηγήματά το «Ο έρωτας στα χιόνια» το οποίο με συνεπήρε για την τρυφερότητά του, τον Κώστα Κρυστάλλη, Γρηγόρη Ξενόπουλο κλπ. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια «ψαγμένου και προχωρημένου» για την εποχή φιλόλογου γνώρισα την ποίηση του Καβάφη, τα έργα του Νίκου Καζαντζάκη, τα ταξιδιωτικά του οποίου διαβάζω ακόμη με ενδιαφέρον και συγκίνηση, και άλλων πολλών, με αποτέλεσμα να ανοίξουν οι ορίζοντές μου και η επιθυμία μου για διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων. Από τη σειρά της «ΕΣΤΙΑΣ» με τον τίτλο «Νεοελληνική Λογοτεχνία», γνώρισα και αγάπησα πολλούς σημαντικούς λογοτέχνες, δηλ. τον Μ. Καραγάτση (ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, η μεγάλη Λιτανεία, Γιούργκεμαν κλπ.). Το αγαπημένο μου, όμως ήταν και είναι «ο Σέργιος και Βάκχος», για την καταπληκτική περιγραφή της ζωής στο Βυζάντιο, βιβλίο που το αναζήτησα μετά από χρόνια και το βρήκα στην έκδοση του 1959 του «ΔΙΦΡΟΥ». Θεωρώ ότι ο Μ. Καραγάτσης είναι από τους καλύτερους μυθιστοριογράφους μας και ο πιο παραμυθάς, με άψογα ελληνικά, τεχνική, πλοκή και μοναδική παραστατικότητα. Επίσης από την ίδια σειρά, τον Θεοτοκά, τη Λιλή Ζωγράφου, τον Μαγκλή κλπ. Η πρώτη μου αγορά ήταν η τετράτομη Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης του Ρένου Αποστολίδη, που με οδήγησε από το δημοτικό τραγούδι… στους Καβάφη, Ελύτη, Σεφέρη, Καββαδία, Καρυωτάκη. Ακολούθησαν ο Τολστόϊ (Πόλεμος και Ειρήνη, Αννα Καρένινα), ο Λέμορντοφ (Ένας ήρωας του καιρού μας), ο Μοπασάν (Ο φιλαράκος), ο Φλομπέρ (Μαντάμ Μποβαρύ), ο Φιτζέραλντ (Τρυφερή είναι η νύχτα), η Γούλφ (η Κυρία Νταλογουέη). Τέλος, επειδή, όλοι μας θέλουμε να παραμείνουμε παιδιά, κάθε φορά που πέφτει στα χέρια μου βιβλίο που δεν είχα την ευκαιρία να διαβάσω όταν ήμουν έφηβη, με χαρά και απόλαυση το διαβάζω τώρα, όπως π.χ. το «Ταξιδεύοντας» του Μάρκο Πόλο, «Το νησί του θησαυρού» του Ρ.Στήβενσον, τους «Φημισμένους κουρσάρους» του Κ. Τζόνσον και τα δυό σε μετάφραση Φώτη Κόντογλου και, να μην ξεχάσω, το «Καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέη και τα βιβλία της Ζώρζ Σαρρή. |









