|
|
|
|
Μέσα στις εκδηλώσεις του καλοκαιριού ήταν και μια ομαδική έκθεση 70 καλλιτεχνών στο Λαογραφικό Μουσείο της Αίγινας. Την τελευταία στιγμή, μετά από επίμονη προσπάθεια μέλους της οργανωτικής επιτροπής, συγκαταλέχτηκε και η Κατερίνα Στεριώτη ανάμεσά τους, πρωτοεμφανιζόμενη στο χώρο. Η δουλειά της όχι μόνο στάθηκε επάξια δίπλα σε γνωστά και καταξιωμένα ονόματα, αλλά για πολλούς κέρδισε τις εντυπώσεις. *Η φωτογραφία της στήλης είναι από πίνακα της Κατερίνας Στεριώτη από την Βικτώρια Τράπαλη Ακόμα και για τους φίλους της, ανθρώπους που την ξέρουν χρόνια σαν ένα πληθωρικό, προικισμένο, ικανό για τα πάντα άτομο, ήταν μια αναπάντεχη έκπληξη αυτός ο οργασμός φαντασίας και χρωμάτων. Σα να κυλούσε νερό στο αυλάκι προγραμματίστηκε η συμμετοχή της στη διαδρομή των καλλιτεχνών του φεστιβάλ φιστικιού, όπως και στο παζάρι του Συλλόγου Γυναικών, (με τα πανέμορφα ζωγραφιστά σουπλά της, τα οποία μπορείτε επίσης να βρείτε στο μαγαζί Φιστίκι). Για την παρουσίαση που ακολουθεί μπορεί να στάθηκε αφορμή η ενθουσιώδης κοινή αποδοχή, αλλά πραγματική αιτία ήταν η περιέργεια: πώς μπορεί μια καθημερινή γυναίκα που μέχρι πέρσι έπιανε πινέλα μόνο για να μπογιατίσει το σπίτι της να εισβάλει στο υπερπλήρες εικαστικό μας τοπίο και να λεν όλοι ότι τους φύσηξε ένα φρέσκο αεράκι στο πρόσωπο. Από ζακυνθινή καταγωγή, η οποία σ’ ένα βαθμό εξηγεί το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της, έζησε τα παιδικά και εφηβικά χρόνια της στην Αθήνα. Δείγμα της αγάπης της για τις τέχνες έδωσε από τις τάξεις του δημοτικού: όταν εξέδραμε ο Οργανισμός Παιδικού Θεάτρου στα σχολεία για να ανακαλύψει άγνωστα ταλέντα, η Κατερίνα βρέθηκε να παίζει επ’ αμοιβή σε περιοδείες στη Θεσσαλία και τη Βόρεια Ελλάδα, στο πλευρό του κατοπινού σταρ Βασιλάκη Καΐλα. Απόηχος της προίκας αυτής η συμμετοχή της το ’97 στο ντοκιμαντέρ του Ν. Καρακώστα «Η Ψυχή των Καϊκιών» και το 2006 στη μουσική παράσταση «Ικέτιδες» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Μ. Μαρμαρινού. Κατά τα άλλα, σπαταλάει την αστείρευτη ενέργειά της σε ό, τι πέσει στο δρόμο της. Το ’83 που πρωτοέρχεται στην Αίγινα με τον τότε σύντροφο και αργότερα σύζυγο και πατέρα των δυο της παιδιών, βγαίνει για ξιφίες και τόνο μαζί του, με το ψαροκάικο. Μέχρι 60 κιλά ψάρι έχει βγάλει από τη θάλασσα, έχει περάσει το Κάβο ντ’ Όρο με 7-8 μποφόρ, στο πυροφάνι έμαθε να ξεχωρίζει στο φως της λάμπας τα χρώματα που άλλαζαν τα χταπόδια για να γλιτώσουν το καμάκι: κόκκινο-γκρι στα βράχια, πρασινωπό όταν κατακάθονταν στην άμμο του βυθού. Καθηλωμένη στη συνέχεια λόγω παιδιών στη στεριά επιδίδεται με πάθος στη μαγειρική, ένα πάθος που την ώρα της ανάγκης θα γίνει επίσης περιστασιακό επάγγελμα. Ακολουθεί ο χωρισμός της με τον άντρα της, μένει μόνη με τη φροντίδα δυο μικρών κοριτσιών, κάνοντας στην κυριολεξία την πολυτεχνίτισσα για την επιβίωση. Το ’95 γνωρίζει το μεγάλο της δάσκαλο, τον γλύπτη Ιάσονα Μολφέση, ο οποίος την παίρνει βοηθό. «Ήταν μοναδικός. Στοχαστής πάνω απ’ όλα, με μυαλό, φαντασία, χιούμορ και πείσμα. Όλο προχωρούσε, ποτέ δεν έμενε στα ίδια, συνέχεια έρευνα έκανε. Αλλά το πιο σπουδαίο ήταν η απλότητά του. Όταν τον ρωτούσες τα μυστικά του στα υλικά ή τα χρώματα, σου έλεγε τα πάντα. Του άρεσε να μοιράζεται όσα ήξερε». Η συνεργασία εξελίχτηκε σε βαθιά, αφοσιωμένη φιλία, που στιγμάτισε την αντίληψή της για τα πράγματα, και κράτησε μέχρι το θάνατο του δημιουργού το 2008. Η ίδια χρονιά βρίσκει την Κατερίνα στα πρόθυρα της κατάρρευσης από τον πόνο να βλέπει ένα δικό της άνθρωπο εγκλωβισμένο στον εφιάλτη των ναρκωτικών. Αντί να χάσει το νου της έψαξε διέξοδο στο λυτρωτικό άβατο της Τέχνης. Αρχίζει μαθήματα κεραμικής με την κεραμίστρια Θεοδώρα Χωραφά. «Είχα δει δουλειά της στην Αίγινα και τρελάθηκα. Είναι μοναδική και η Θεοδώρα, όπως ο Ιάσονας». Από τη μεριά της, η κ. Χωραφά έχει να πει για τη μαθήτριά της: «Η Κατερίνα Στεριώτη γεννήθηκε καλλιτέχνης. Δε χρειάστηκε σχολές και μεθόδους για να δώσει μορφή στον εσωτερικό της κόσμο. Άλλωστε η ελεύθερη ορμή με την οποία δημιουργεί δε χαλιναγωγείται. Γι αυτό τα έργα της δύσκολα κατατάσσονται σε ένα ρεύμα ή ύφος… Με όποιο μέσο κι αν καταπιάνεται, τα έργα που βγαίνουν από τα χέρια της είναι πηγαία όσο και η ίδια». Το ζύμωμα του πηλού βοηθούσε, τη γέμιζε ικανοποίηση να πλάθει με τα χέρια της καινούρια σχήματα, να τους δίνει ζωή, μα οι νύχτες ήταν δύσκολες. Μετά ένιωσε πως θα της έκανε καλό να παίξει με τα χρώματα. «Έκλαιγα, φώναζα, και μουτζούρωνα χαρτιά για να ξεχαστώ. Άρχισα να ψάχνω στο ίντερνετ, ή σε βιβλία, έργα μεγάλων ζωγράφων και τα απέδιδα με τη δική μου φαντασία και δική μου σύνθεση. Περισσότερο μ’ αρέσει ο Ματίς, αλλά και ο Πικάσο, στη ζωγραφική του περίοδο, όχι την αφηρημένη». Μιλάει για τον καινούριο της έρωτα με την ίδια άνεση που θα σου έδινε τη συνταγή για το παστίτσιο. Τη ρωτάω ποιο θεωρεί κύριο χαρακτηριστικό της ζωγραφικής της. «Τα χρώματα. Έχουν ένταση, χαρά». Η ίδια έχει μέσα της χαρά; «Αν δεν ήμουν γεμάτη χαρά δε θα κατόρθωνα να επιβιώσω». Πώς της φαίνεται που ο κόσμος την αναγνωρίζει ως ανερχόμενο ταλέντο; «Μη λες τέτοια. Υπάρχουν τόσοι αληθινοί καλλιτέχνες στο νησί. Εγώ δεν είμαι τίποτε. Κι αν δε με έσπρωχναν οι φίλοι που έβλεπαν στο σπίτι αυτά εδώ που φτιάχνω, ούτε θα τα έδειχνα ποτέ πουθενά». Καταλαβαίνει και η ίδια πόσο εντυπωσιακό είναι που, παρ’ όλ’ αυτά, τα έργα της πουλήθηκαν από τα εγκαίνια κιόλας της έκθεσης και κουβεντιάζονται από καλλιτέχνες και φιλότεχνους μέχρι σήμερα και βάζει τα γέλια, σα να σφίγγει όλο τον κόσμο σε μια ζεστή αγκαλιά: «Η ζωή είναι τρέλα!» |









