|
|
|
|
Από τις μέρες της επετείου του Πολυτεχνείου μέχρι που γράφονται αυτές οι γραμμές διαβάσαμε σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας και μάλιστα σε έντυπα που θεωρούνται διαμορφωτές της κοινής γνώμης, αφιερώματα και ρεπορτάζ στην «εξέγερση του Δεκεμβρίου», στα βίαια επεισόδια στα Πανεπιστήμια, με κυρίαρχο όπως φαίνεται το θέμα της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου. Ταυτόχρονα κάποιοι χρησιμοποιούν το γεγονός ότι η επίσημη ανεργία έφτασε το 10%, την αποτυχία δηλαδή του κοινωνικοοικονομικού συστήματος, προκειμένου να δικαιολογήσουν την τούρτα και τα λοστάρια στο κεφάλι του πρύτανη ως "εκπροσώπου" του συστήματος. Στην ατελείωτη θεωρητική συζήτηση περί νόμιμης, έννομης και λοιπής βίας υπάρχει μια διάσταση στην οποία δεν μπορεί κατά τη γνώμη μας να υπάρξει διαφωνία: η βία στρέφεται πάντα εναντίον προσώπων. Και γι’ αυτό, κάποιοι από μας προτιμούν να είναι με τον Μαχάτμα Γκάντι. Οι διαστάσεις της βίας Φαίνεται όμως ότι είμαστε θλιβερή μειοψηφία. Η μοναξιά μας επιτείνεται από το γεγονός ότι η όποια δημόσια συζήτηση έχει ανοίξει γύρω από το θέμα της βίας/διαμαρτυρίας δεν φαίνεται να περιλαμβάνει τις μαθητικές καταλήψεις, έναν παράγοντα που συνδέεται τουλάχιστον έμμεσα με την αναπαραγωγή της ίδιας κουλτούρας που νομιμοποιεί τις παραβιάσεις των όποιων κανόνων χωρίς να δημιουργεί καινούριους και που βολεύεται μέσα στο κλίμα της γενικευμένης ανομίας. Η διαλεκτική των καταλήψεων Την τελευταία δεκαετία οι καταλήψεις γυμνασίων και λυκείων τείνουν να λάβουν χαρακτήρα εθίμου. Συμβαίνουν πάντα μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου και συχνά επεκτείνονται μέχρι τον Δεκέμβριο. Ο «θάνατος του Αλέξη», όπως κωδικοποιήθηκε το γεγονός στη μαθητική διάλεκτο, έδωσε χαρακτήρα εξέγερσης στις καταλήψεις που έτσι κι αλλιώς συνέβαιναν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Εδώ είναι όμως και το σημείο της φρίκης: δεκαπεντάχρονα και δεκαεξάχρονα παιδιά, γ……….. τις ζωές τους αντί για τα λύκεια που λέει και ο ποιητής, βολεύονται από το σχολείο που κλείνει για να πάνε βόλτα, να κοιμηθούν περισσότερο ή όπως κυνικά λένε οι μαθητές της Τρίτης Λυκείου, να ασχοληθούν με τις πανελλήνιες. Αν λοιπόν οι καταλήψεις είναι ένα είδος τελετής ενηλικίωσης, κάπως σαν την πενταήμερη, αυτή η ίδια ενηλικίωση περιλαμβάνει επίσης το βόλεμα και την υποκρισία. Γιατί οι βαριές κουβέντες; Για τον απλούστατο λόγο ότι στην κατάληψη δεν συμμετέχουν όλοι οι μαθητές, όμως όλοι ή τουλάχιστον οι περισσότεροι επωφελούνται ή νομίζουν ότι επωφελούνται από αυτήν. Κι αυτό το όφελος το προφυλάσσουν αναπτύσσοντας πρακτικές που ο Μπρεχτ σίγουρα θα περιγελούσε ως μικροαστική υποκρισία. Έτσι, οι εκλογές του δεκαπενταμελούς μαθητικού συμβουλίου καταλήγουν να είναι ποντάρισμα σε όσους δείχνουν προοπτικές να «κρατήσουν» την μελλοντική κατάληψη με όφελος μια υποκριτική αποδοχή από τους υπόλοιπους -γιατί συνήθως είναι τα «παιδιά της πιάτσας» που αναλαμβάνουν αυτούς τους ρόλους, ενώ κατά τα άλλα με τον ίδιο ρόλο το σχολείο θα τους είχε ξεράσει σε δύσβατους δρόμους, πάντως έξω από την αυλή του-, η γενική συνέλευση των μαθητών για την οποία διατίθεται από το νόμο ένα δίωρο είναι στην καλύτερη περίπτωση μισή ώρα χαβαλέ στην αυλή, οι αποφάσεις υπέρ ή κατά της κατάληψης –που οι καθηγητές επιβάλλουν σε μια μάταιη ελπίδα να εκφραστούν όλες οι απόψεις «δημοκρατικά», μπας και ανοίξει το σχολείο- γίνονται ένα παιχνίδι συμφερόντων. Όπως και πραγματικά είναι. Αυτό άλλωστε δεν είναι το νόημα της δημοκρατίας; Να εκφραστούν τα συμφέροντα και να δημιουργηθούν συνθέσεις; Ε, λοιπόν, αυτό κάνουν και τα παιδιά μας. Μόνο που τα συμφέροντα που εκφράζονται έτσι δεν περιέχουν και την ανάληψη της αντίστοιχης ευθύνης, αλλά μόνον μια συμπαιγνία, όπου διατηρούνται οι δημοκρατικοί τύποι αλλά χάνεται η ουσία. Αυθεντική εξέγερση ή βόλεμα; Και για ποιούς; Θέλουμε λοιπόν να υπενθυμίσουμε ότι ασχέτως αν έχουν ή όχι τη φοιτητική ιδιότητα, η συντριπτική πλειοψηφία όσων σήμερα βρίσκονται μεταξύ είκοσι και τριάντα χρονών έχουν οπωσδήποτε τελειώσει το γυμνάσιο, για να μην πούμε και το λύκειο. Έχουν λοιπόν ζήσει από κοντά, έχουν βιώσει ως «κατάληψη» όχι την αγωνιστική διεκδίκηση συγκεκριμένων αιτημάτων που ονειρεύονται οι «προοδευτικοί» μπαμπάδες τους, αλλά την κατάληψη των σχολικών κτιρίων από λίγους ή περισσότερους μαθητές, υπό την κάλυψη όλων των υπολοίπων. Η ουσία του επιχειρήματος που προσπαθούμε να αρθρώσουμε δεν είναι τα χαμένα μαθήματα ούτε οι καταστροφές των κτιρίων, όσο σημαντικά κι αν είναι. Το θέμα είναι ο τρόπος που προκύπτουν στο πρώτο τρίμηνο της σχολικής χρονιάς κάτι ωραίες διακοπές για όλους εκείνους που ψηφίζουν υπέρ της κατάληψης αλλά μετά πάνε σπίτι τους να διαβάσουν γιατί αυτοί έχουν πανελλήνιες. Έτσι οι ρόλοι μοιράζονται ωραία και καλά. Τα καλά παιδιά στις πανελλήνιες και στο διάβασμα, τα κακά στην κατάληψη. Και ω της συμπτώσεως, τα πρώτα είναι ελληνάκια και τα δεύτερα «ξενάκια» για να χρησιμοποιήσουμε την καθηγητική ορολογία. Το θέμα μας λοιπόν είναι ότι τα ίδια παιδιά που «εκμεταλλεύονται» το γεγονός της κατάληψης για να καθήσουν σπίτι τους και να «διαβάσουν», τα ίδια παιδιά ανέχονται ή φοβούνται το κλειστό πανεπιστήμιο, τη βίαιη διακοπή της γενικής συνέλευσης και τώρα πια τη δικαιολόγηση της βίας επειδή υπάρχει κοινωνική αδικία. Κάπως έτσι καταλήξαμε η φοίτηση στο πανεπιστήμιο να ισοδυναμεί με τη συμμετοχή στις εξετάσεις του εξαμήνου. Φοβόμαστε ότι σε λίγο η φοίτηση στο λύκειο θα ισοδυναμεί με τη συμμετοχή στις πανελλήνιες. Για όσους μπορούν, φυσικά. Οι υπόλοιποι; |









