|
|
|
|
Η κοινωνική ανισότητα αντιμετωπίζεται συνήθως από τους ειδικούς ως ένα μεγα-φαινόμενο, ως κάτι που υπάρχει μεν αλλά που όμως δεν αφορά την καθημερινότητα που συγκροτούν οι διαπροσωπικές σχέσεις. Κι’όμως, σ’αυτό το επίπεδο είναι που δημιουργείται στην πράξη ο αποκλεισμός του «διαφορετικού άλλου» και εμμέσως πλην σαφώς συγκροτούνται οι μηχανισμοί που συντηρούν και αναπαράγουν την ανισότητα. Μπορούμε να αντισταθούμε; Ναι, αν θυμηθούμε τις αρχές του ανθρωπισμού και αν καταφέρουμε να τις εφαρμόσουμε. Κι ας λένε οι μετανεωτερικοί ότι η προσωπική ευθύνη δεν υπάρχει πια.
από τον Επιβάτη (της Ελευθεροτυπίας) Η έννοια της κοινωνικής ανισότηταςΜε την έννοια κοινωνική ανισότητα προσπαθούμε να περιγράψουμε τη άνιση ανάπτυξη ευκαιριών και κατά συνέπεια την περιορισμένη ελευθερία εκπλήρωσης των επιθυμιών των μελών μίας κοινωνίας. Συνήθως ο περιορισμός αυτός περικλείεται στην έννοια της κοινωνικής τάξης όπως αυτή προσδιορίζεται από την οικονομική κατάσταση των μελών της, τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, την καταγωγή τους ή τις σωματικές αναπηρίες. Το θέμα είναι εκτενές και βαθύ, με πολλά και διαφορετικής σημασίας πεδία ανάλυσης. Εδώ θα προσπαθήσουμε να σχολιάσουμε ακροθιγώς, προσεγγίζοντας εμπειρικά και γνωμικά, τους νόμους που διέπουν τη δυνατότητα υπέρβασης της ανισότητας στην διαπροσωπική σχέση. Η παρακάτω ανάλυση είναι μία γνώμη, που προκύπτει από την εμπειρία του γραφόντος, εμπειρία αποκτηθείσα από την διαβίωση του στον Δυτικό κόσμο, την Ελλάδα και την μεσαία τάξη στην οποία ανήκει. Οι κοινωνικές τάξεις είμαστε εμείς Οι κοινωνικές τάξεις μορφοποιούνται από τα κοινά χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ανήκουν σ’αυτές. Συγχρόνως όμως η σταθερότητα της μορφής καλλιεργεί την ταξική συνείδηση στους ανθρώπους της με συνέπεια να αναπτύσσουν ευκολότερα σχέσεις μεταξύ τους, σχέσεις που βασίζονται στην οικειότητα του ίδιου και στην απόρριψη του ανοίκειου. Η σύναψη σχέσεων με ανθρώπους άλλης τάξης, ασθενέστερης ή ισχυρότερης, προσκρούει κατ’αρχήν στον γενετήσιο αυτό μηχανισμό της τάξης, ο οποίος ενσωματώνεται στον οργανισμό της κοινωνίας και στους όρους με τους οποίους την αντιλαμβανόμαστε. Η ελευθερία στις επιδιώξεις, η επιθυμία για την διεύρυνση των ορίων, με άλλα λόγια του εαυτού μας, φαίνεται να αποτελεί στη σύγχρονη κοινωνία μας τη φυγόκεντρο δύναμη, που προσπαθεί να ξεφύγει απ’ αυτόν το μηχανισμό και να απελευθερώσει τον άνθρωπο. Το πεδίο στο οποίο μπορεί αυτή η δύναμη να αναπτυχθεί είναι η επικοινωνία με τον άλλον, η κατανόηση του διαφορετικού.Και η σχέση στην οποία μπορεί να στηριχθεί είναι η σχέση εμπιστοσύνης, θεμέλιο της συνεργασίας. Η σχέση εμπιστοσύνης , η οποία ανεξαρτήτως των συνθηκών, κοινωνικών, οικονομικών, θρησκευτικών, ιδεολογικών, οικογενειακών, μπορεί να αναπτυχθεί και να βασισθεί στα κοινά ευεργετήματα, σε μία καθαρή διαπροσωπική συμφωνία, όπου η ισότητα στα οφέλη της συνεργασίας και του αμοιβαίου καλού, θα ξεπεράσει την αδυναμία της πολιτείας στη δημιουργία πεδίου ίσων ευκαιριών. Μια αδυναμία που οφείλεται, μέχρι τώρα, στην αδυναμία των ανθρώπων να σταματήσουν να σκέφονται με όρους ταξικούς. Η διαπροσωπική σχέση ως δυναμική αντίστασης Αν αναλογισθούμε τη λογική δομή της σχέσης πείθειν – πείθεσθαι (δηλαδή τη σχέση εμπιστοσύνης) θα διαπιστώσουμε οτι περιέχει έξι τουλάχιστον φάσεις ή όψεις: (από το βιβλίο του Αλέξανδρου–Φοίβου Μουρελάτου «οδοί της γνώσης και της πλάνης», Λόγος και εικόνα στά αποσπάσματα του Παρμενίδη. Παν. Εκδ. Κρήτης. Σελ155). (α) αρχική υπόσχεση, προσφορά, πρόταση, έκκληση ή πρόσκληση του Α στον Β (β) την αναγνώριση και αποδοχή αυτής της υπόσχεσης από τον Β (γ) την ανταπόδοση της υπόσχεσης ή τη δέσμευση διά λόγου από τον Β (δ) τη συνεχιζόμενη διατήρηση της σχέσης προς όφελος του Β και υπό την ευθύνη του Α (ε) τη συνεχιζόμενη διατήρηση της σχέσης προς όφελος του Α και υπό την ευθύνη του Β (ζ) τη συνεχιζόμενη διατήρηση της σχέσης υπο αμοιβαία ευθύνη των Α και Β, και με αμοιβαιότητα στα ευεργετήματα. Μία τέτοια διαπροσωπική σχέση μπορεί να αναπτυχθεί ανεξαρτήτως των περιορισμών που προκύπτουν από τις αντιθέσεις μεταξύ των ανθρώπων, ειδικότερα από τις φυλετικές και θρησκευτικές αντιθέσεις ή τις οικονομικές ανισότητες. Στην Ελλάδα, παρ’όλο που φαίνεται οτι η όσμωση των κοινωνικών τάξεων (τα όρια μεταξύ των τάξεων είναι ασαφή και έτσι οι μετακινήσεις πιό εύκολες), είναι εντονότερη από την υπόλοιπη Ευρώπη και την Αμερική, η βαθειά νοοτροπία μας είναι προσηλωμένη σε σχήματα «κλειστά», αυστηρώς προσδιορισμένα από το παρελθόν μας, (πατρίς,θρησκεία, οικογένεια) που μας κρατούν σαν βαρίδια και που ενισχύουν την ανισότητα στις μεταξύ (διαπροσωπικές) σχέσεις, δηλαδή στις σχέσεις με το Αλλο, το Διαφορετικό. Και την ενισχύουν στο βαθμό που με ευκολία καταργούνται οι αμοιβαίες υποσχέσεις,αφού το κριτήριο της εμπιστοσύνης είναι η συγγένεια αίματος και όχι η αμοιβαία ευθύνη. Αυτοί που εμπιστευόμαστε είναι οι συγγενείς μας («μην ανησυχείς στο νοσοκομείο θα σε αναλάβει ο ξάδελφός μου, που σίγουρα θα σε φροντίσει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον») σε σημείο που να μην κάνουμε καμία προσπάθεια δημιουργίας σχέσεων με άλλους. Η κοινωνική ανισότητα διατηρείται και εντείνεται όταν επικρατεί η έλλειψη επικοινωνίας και συνεργασίας. Στην προσπάθεια μας να ξεπεράσουμε τον φόβο μας για το διαφορετικό βάζουμε τα θεμέλια μιάς πιο ανοικτής κοινωνίας που βασίζεται σε σχέσεις ευθύνης, σε σχέσεις κατακτημένης εμπιστοσύνης. Με λίγα λόγια η συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων είναι η απάντηση στην κοινωνική ανισότητα, που η ίδια η κοινωνία θρέφει. |









